虚うつけ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα αφηρημάδα, ονειροπόληση, απροσεξία
  2. 02 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα ανόητος, κουτόξυλο, ηλίθιος, βλάκας
  3. 03 παρωχημένο συνήθως γραμμένο με κάνα κενότητα, κενό

Παραδείγματα

  • あいつは虚けうつけだ。

    Αυτός είναι ένας ανόητος.

  • 虚け者うつけものだと言いわれても、気きにしない。

    Ακόμα κι αν με πουν ανόητο, δεν με νοιάζει.

  • 彼かれは突然とつぜんの出来事できごとに虚けうつけのようになったが、すぐに我われに返かえった。

    Έγινε σαν χαμένος λόγω του ξαφνικού γεγονότος, αλλά γρήγορα συνήλθε.