虚むなしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άδειος, κενός
  2. 02 μάταιος, άκαρπος, ανώφελος, αναποτελεσματικός
  3. 03 άψυχος

Παραδείγματα

  • 虚むなしいです。

    Είναι μάταιο.

  • 虚むなしい努力どりょくはしたくないです。

    Δεν θέλω να κάνω μάταιες προσπάθειες.

  • 長年ながねんの研究けんきゅうが虚むなしい結果けっかに終おわり、彼かれは深ふかい絶望感ぜつぼうかんに陥おちいった。

    Οι πολύχρονες έρευνές του κατέληξαν σε άκαρπα αποτελέσματα και αυτό τον οδήγησε σε βαθιά απελπισία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
虚しい
Παρόν (ευγενικό)
虚しいです
Άρνηση (απλή)
虚しくない
Άρνηση (ευγενική)
虚しくないです
Παρελθόν (απλό)
虚しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
虚しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
虚しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
虚しくなかったです
Τε-μορφή
虚しくて
Υποθετική (ば)
虚しければ