虚仮にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εμπαίζω, διακωμωδώ, περιγελάω (κάποιον)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 虚仮にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 虚仮にします
- Άρνηση (απλή)
- 虚仮にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 虚仮にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 虚仮にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 虚仮にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 虚仮にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 虚仮にしませんでした
- Τε-μορφή
- 虚仮にして
- Δυνητική
- 虚仮にできる
- Προστακτική
- 虚仮にしろ
- Βουλητική
- 虚仮にしよう
- Υποθετική (ば)
- 虚仮にすれば
- Υποθετική (たら)
- 虚仮にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 虚仮にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 虚仮にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 虚仮にしなさい
- Παθητική
- 虚仮にされる
- Αιτιατική
- 虚仮にさせる