むし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσβάλλομαι από έντομα, αποκτώ κακές παρέες, έχω (ανεπιθύμητο) εραστή

Κλίση

Παρόν (απλό)
虫が付く
Παρόν (ευγενικό)
虫が付きます
Άρνηση (απλή)
虫が付かない
Άρνηση (ευγενική)
虫が付きません
Παρελθόν (απλό)
虫が付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
虫が付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
虫が付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
虫が付きませんでした
Τε-μορφή
虫が付いて
Δυνητική
虫が付ける
Προστακτική
虫が付け
Βουλητική
虫が付こう
Υποθετική (ば)
虫が付けば