むしさわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός καίγομαι να κάνω κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
虫が騒ぐ
Παρόν (ευγενικό)
虫が騒ぎます
Άρνηση (απλή)
虫が騒がない
Άρνηση (ευγενική)
虫が騒ぎません
Παρελθόν (απλό)
虫が騒いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
虫が騒ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
虫が騒がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
虫が騒ぎませんでした
Τε-μορφή
虫が騒いで
Δυνητική
虫が騒げる
Προστακτική
虫が騒げ
Βουλητική
虫が騒ごう
Υποθετική (ば)
虫が騒げば