蚊帳かやそと

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αφήνω στο σκοτάδι, παραγκωνίζω, κρατώ κάποιον εκτός ενημέρωσης, αφήνω έξω από την κουνουπιέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
蚊帳の外に置く
Παρόν (ευγενικό)
蚊帳の外に置きます
Άρνηση (απλή)
蚊帳の外に置かない
Άρνηση (ευγενική)
蚊帳の外に置きません
Παρελθόν (απλό)
蚊帳の外に置いた
Παρελθόν (ευγενικό)
蚊帳の外に置きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蚊帳の外に置かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蚊帳の外に置きませんでした
Τε-μορφή
蚊帳の外に置いて
Δυνητική
蚊帳の外に置ける
Προστακτική
蚊帳の外に置け
Βουλητική
蚊帳の外に置こう
Υποθετική (ば)
蚊帳の外に置けば