さんしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταδιακή διείσδυση, αργή αλλά σταθερή κατάληψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
蚕食する
Παρόν (ευγενικό)
蚕食します
Άρνηση (απλή)
蚕食しない
Άρνηση (ευγενική)
蚕食しません
Παρελθόν (απλό)
蚕食した
Παρελθόν (ευγενικό)
蚕食しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蚕食しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蚕食しませんでした
Τε-μορφή
蚕食して
Δυνητική
蚕食できる
Προστακτική
蚕食しろ
Βουλητική
蚕食しよう
Υποθετική (ば)
蚕食すれば