蚰蜒ゲジゲジ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γεζιγκέζι (είδος σαρανταποδαρούσας που ζει σε σπίτια, επιστημονική ονομασία: Scutigeromorpha spp.)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα περιφρονητέο άτομο, ευτελής άνθρωπος, άθλιος, μιαρό πρόσωπο