へびまれてなわじる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία παθών και μαθών, γίνομαι υπερβολικά επιφυλακτικός λόγω μιας κακής εμπειρίας, φοβάμαι ακόμα και ένα σχοινί που μοιάζει με φίδι επειδή με έχει δαγκώσει φίδι στο παρελθόν

Κλίση

Παρόν (απλό)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じる
Παρόν (ευγενικό)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じます
Άρνηση (απλή)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じない
Άρνηση (ευγενική)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じません
Παρελθόν (απλό)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じた
Παρελθόν (ευγενικό)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じませんでした
Τε-μορφή
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じて
Δυνητική
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じられる
Προστακτική
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じろ
Βουλητική
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じよう
Υποθετική (ば)
蛇に噛まれて朽ち縄に怖じれば