むしば

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκουληκιάζω, τρώγομαι από σκουλήκια
  2. 02 επηρεάζω δυσμενώς, καταστρέφω, φθείρω, υποσκάπτω, κατατρώω (την καρδιά, το σώμα κ.λπ.), διαβρώνω, εξολοθρεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
蝕む
Παρόν (ευγενικό)
蝕みます
Άρνηση (απλή)
蝕まない
Άρνηση (ευγενική)
蝕みません
Παρελθόν (απλό)
蝕んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
蝕みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蝕まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蝕みませんでした
Τε-μορφή
蝕んで
Δυνητική
蝕める
Προστακτική
蝕め
Βουλητική
蝕もう
Υποθετική (ば)
蝕めば