どく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο εντομολογική ζημιά (σε καλλιέργειες, ρούχα κ.λπ.)
  2. 02 επίσημο βλάβη, ζημιά, φθορά

Κλίση

Παρόν (απλό)
蠧毒する
Παρόν (ευγενικό)
蠧毒します
Άρνηση (απλή)
蠧毒しない
Άρνηση (ευγενική)
蠧毒しません
Παρελθόν (απλό)
蠧毒した
Παρελθόν (ευγενικό)
蠧毒しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
蠧毒しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
蠧毒しませんでした
Τε-μορφή
蠧毒して
Δυνητική
蠧毒できる
Προστακτική
蠧毒しろ
Βουλητική
蠧毒しよう
Υποθετική (ば)
蠧毒すれば