血が引く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χλωμιάζω (από φόβο κ.λπ.), γίνομαι κάτασπρος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 血が引く
- Παρόν (ευγενικό)
- 血が引きます
- Άρνηση (απλή)
- 血が引かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 血が引きません
- Παρελθόν (απλό)
- 血が引いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 血が引きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 血が引かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 血が引きませんでした
- Τε-μορφή
- 血が引いて
- Δυνητική
- 血が引ける
- Προστακτική
- 血が引け
- Βουλητική
- 血が引こう
- Υποθετική (ば)
- 血が引けば
- Υποθετική (たら)
- 血が引いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 血が引きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 血が引くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 血が引きなさい
- Παθητική
- 血が引かれる
- Αιτιατική
- 血が引かせる