ながれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρέει αίμα
  2. 02 ιδιωματισμός έχω το αίμα κάποιου στις φλέβες μου (καλλιτέχνης, πολεμιστής, κ.λπ.), γεννιέμαι με συγκεκριμένες δεξιότητες, χαρακτηριστικά, κ.λπ., έχω κάτι στο αίμα μου

Παραδείγματα

  • ながれます

    Αίμα κυλάει.

  • 怪我けがをして、ながれました

    Τραυματίστηκα και έτρεξε αίμα.

  • かれからだには、高貴こうきながれているとわれている。

    Λένε ότι στις φλέβες του κυλάει ευγενές αίμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
血が流れる
Παρόν (ευγενικό)
血が流れます
Άρνηση (απλή)
血が流れない
Άρνηση (ευγενική)
血が流れません
Παρελθόν (απλό)
血が流れた
Παρελθόν (ευγενικό)
血が流れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血が流れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血が流れませんでした
Τε-μορφή
血が流れて
Δυνητική
血が流れられる
Προστακτική
血が流れろ
Βουλητική
血が流れよう
Υποθετική (ば)
血が流れれば