なまぐさい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 που μυρίζει αίμα
  2. 02 αιματηρός (μάχη, έγκλημα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
血なまぐさい
Παρόν (ευγενικό)
血なまぐさいです
Άρνηση (απλή)
血なまぐさくない
Άρνηση (ευγενική)
血なまぐさくないです
Παρελθόν (απλό)
血なまぐさかった
Παρελθόν (ευγενικό)
血なまぐさかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血なまぐさくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血なまぐさくなかったです
Τε-μορφή
血なまぐさくて
Υποθετική (ば)
血なまぐさければ