Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
血の繋がった
ちのつながった
血
血
ち
の
繋
つな
がった
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
συγγενικός (εξ αίματος), ομοαίματος, συγγενής εξ αίματος