άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάγομαι από, κληρονομώ (μια ιδιοσυγκρασία κ.λπ.) από τους προγόνους μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
血を引く
Παρόν (ευγενικό)
血を引きます
Άρνηση (απλή)
血を引かない
Άρνηση (ευγενική)
血を引きません
Παρελθόν (απλό)
血を引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
血を引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血を引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血を引きませんでした
Τε-μορφή
血を引いて
Δυνητική
血を引ける
Προστακτική
血を引け
Βουλητική
血を引こう
Υποθετική (ば)
血を引けば