けっぱん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αιματηρή σφραγίδα, σφράγιση με το αίμα κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
血判する
Παρόν (ευγενικό)
血判します
Άρνηση (απλή)
血判しない
Άρνηση (ευγενική)
血判しません
Παρελθόν (απλό)
血判した
Παρελθόν (ευγενικό)
血判しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血判しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血判しませんでした
Τε-μορφή
血判して
Δυνητική
血判できる
Προστακτική
血判しろ
Βουλητική
血判しよう
Υποθετική (ば)
血判すれば