ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφαίμαξη, αποστράγγιση αίματος από κρέας, ψάρι κ.λπ. πριν από το μαγείρεμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
血抜きする
Παρόν (ευγενικό)
血抜きします
Άρνηση (απλή)
血抜きしない
Άρνηση (ευγενική)
血抜きしません
Παρελθόν (απλό)
血抜きした
Παρελθόν (ευγενικό)
血抜きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血抜きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血抜きしませんでした
Τε-μορφή
血抜きして
Δυνητική
血抜きできる
Προστακτική
血抜きしろ
Βουλητική
血抜きしよう
Υποθετική (ば)
血抜きすれば