けっそうえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλλάζω έκφραση ή χρώμα προσώπου (λόγω θυμού, αμηχανίας κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
血相を変える
Παρόν (ευγενικό)
血相を変えます
Άρνηση (απλή)
血相を変えない
Άρνηση (ευγενική)
血相を変えません
Παρελθόν (απλό)
血相を変えた
Παρελθόν (ευγενικό)
血相を変えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血相を変えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血相を変えませんでした
Τε-μορφή
血相を変えて
Δυνητική
血相を変えられる
Προστακτική
血相を変えろ
Βουλητική
血相を変えよう
Υποθετική (ば)
血相を変えれば