けつにく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενσωμάτωση, αφομοίωση, εσωτερίκευση, μετατροπή σε μέρος του εαυτού

Κλίση

Παρόν (απλό)
血肉化する
Παρόν (ευγενικό)
血肉化します
Άρνηση (απλή)
血肉化しない
Άρνηση (ευγενική)
血肉化しません
Παρελθόν (απλό)
血肉化した
Παρελθόν (ευγενικό)
血肉化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血肉化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血肉化しませんでした
Τε-μορφή
血肉化して
Δυνητική
血肉化できる
Προστακτική
血肉化しろ
Βουλητική
血肉化しよう
Υποθετική (ば)
血肉化すれば