みちげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παθιάζομαι, τρελαίνομαι για κάτι, αφοσιώνομαι εμμονικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
血道を上げる
Παρόν (ευγενικό)
血道を上げます
Άρνηση (απλή)
血道を上げない
Άρνηση (ευγενική)
血道を上げません
Παρελθόν (απλό)
血道を上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
血道を上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
血道を上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
血道を上げませんでした
Τε-μορφή
血道を上げて
Δυνητική
血道を上げられる
Προστακτική
血道を上げろ
Βουλητική
血道を上げよう
Υποθετική (ば)
血道を上げれば