行きそびれる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χάνω την ευκαιρία να πάω, αποτυγχάνω να πάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 行きそびれる
- Παρόν (ευγενικό)
- 行きそびれます
- Άρνηση (απλή)
- 行きそびれない
- Άρνηση (ευγενική)
- 行きそびれません
- Παρελθόν (απλό)
- 行きそびれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 行きそびれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 行きそびれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 行きそびれませんでした
- Τε-μορφή
- 行きそびれて
- Δυνητική
- 行きそびれられる
- Προστακτική
- 行きそびれろ
- Βουλητική
- 行きそびれよう
- Υποθετική (ば)
- 行きそびれれば
- Υποθετική (たら)
- 行きそびれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 行きそびれたい
- Απαγορευτική (~な)
- 行きそびれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 行きそびれなさい
- Παθητική
- 行きそびれられる
- Αιτιατική
- 行きそびれさせる