行ゆき交かう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω και έρχομαι, πηγαινοέρχομαι

Παραδείγματα

  • 人ひとが行ゆき交かう。

    Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται.

  • 駅えきの前まえでは、いつもたくさんの車くるまが行ゆき交かっています。

    Μπροστά στον σταθμό, πάντα πηγαινοέρχονται πολλά αυτοκίνητα.

  • 祭まつりの日ひは、屋台やたいの間あいだを楽たのしそうに行ゆき交かう人ひと々の声こえで賑にぎやかです。

    Την ημέρα του φεστιβάλ, είναι ζωντανά με τις φωνές των ανθρώπων που πηγαινοέρχονται χαρούμενοι ανάμεσα στους πάγκους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き交う
Παρόν (ευγενικό)
行き交います
Άρνηση (απλή)
行き交わない
Άρνηση (ευγενική)
行き交いません
Παρελθόν (απλό)
行き交った
Παρελθόν (ευγενικό)
行き交いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き交わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き交いませんでした
Τε-μορφή
行き交って
Δυνητική
行き交える
Προστακτική
行き交え
Βουλητική
行き交おう
Υποθετική (ば)
行き交えば