行き帰り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετάβαση και επιστροφή (π.χ. στη δουλειά, στο σχολείο), η διαδρομή προς και από έναν προορισμό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 行き帰りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 行き帰りします
- Άρνηση (απλή)
- 行き帰りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 行き帰りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 行き帰りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 行き帰りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 行き帰りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 行き帰りしませんでした
- Τε-μορφή
- 行き帰りして
- Δυνητική
- 行き帰りできる
- Προστακτική
- 行き帰りしろ
- Βουλητική
- 行き帰りしよう
- Υποθετική (ば)
- 行き帰りすれば
- Υποθετική (たら)
- 行き帰りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 行き帰りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 行き帰りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 行き帰りしなさい
- Παθητική
- 行き帰りされる
- Αιτιατική
- 行き帰りさせる