たる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρούομαι, προσκρούω, ανακαλύπτω τυχαία, πέφτω πάνω σε, φτάνω σε αδιέξοδο

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き当たる
Παρόν (ευγενικό)
行き当たります
Άρνηση (απλή)
行き当たらない
Άρνηση (ευγενική)
行き当たりません
Παρελθόν (απλό)
行き当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
行き当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き当たりませんでした
Τε-μορφή
行き当たって
Δυνητική
行き当たれる
Προστακτική
行き当たれ
Βουλητική
行き当たろう
Υποθετική (ば)
行き当たれば