かる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ετοιμάζομαι να πάω, ξεκινάω να πηγαίνω, περνάω από

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き掛かる
Παρόν (ευγενικό)
行き掛かります
Άρνηση (απλή)
行き掛からない
Άρνηση (ευγενική)
行き掛かりません
Παρελθόν (απλό)
行き掛かった
Παρελθόν (ευγενικό)
行き掛かりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き掛からなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き掛かりませんでした
Τε-μορφή
行き掛かって
Δυνητική
行き掛かれる
Προστακτική
行き掛かれ
Βουλητική
行き掛かろう
Υποθετική (ば)
行き掛かれば