わた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχέομαι, εξαπλώνομαι παντού, επικρατώ, διαδίδομαι, φτάνω σε όλους

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き渡る
Παρόν (ευγενικό)
行き渡ります
Άρνηση (απλή)
行き渡らない
Άρνηση (ευγενική)
行き渡りません
Παρελθόν (απλό)
行き渡った
Παρελθόν (ευγενικό)
行き渡りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き渡らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き渡りませんでした
Τε-μορφή
行き渡って
Δυνητική
行き渡れる
Προστακτική
行き渡れ
Βουλητική
行き渡ろう
Υποθετική (ば)
行き渡れば