ぎる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πηγαίνω πολύ μακριά, προσπερνώ
  2. 02 φτάνω στα άκρα, το παρακάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き過ぎる
Παρόν (ευγενικό)
行き過ぎます
Άρνηση (απλή)
行き過ぎない
Άρνηση (ευγενική)
行き過ぎません
Παρελθόν (απλό)
行き過ぎた
Παρελθόν (ευγενικό)
行き過ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き過ぎなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き過ぎませんでした
Τε-μορφή
行き過ぎて
Δυνητική
行き過ぎられる
Προστακτική
行き過ぎろ
Βουλητική
行き過ぎよう
Υποθετική (ば)
行き過ぎれば