ちが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασταυρώνομαι, περνώ ο ένας δίπλα στον άλλον
  2. 02 χάνομαι κατά τη συνάντηση, περνώ ο ένας τον άλλον χωρίς να ιδωθούμε, διασταυρώνομαι (για αλληλογραφία)
  3. 03 παρεξηγούμαι, πηγαίνω στραβά, έρχομαι σε σύγκρουση, βρίσκομαι σε ασυμφωνία

Κλίση

Παρόν (απλό)
行き違う
Παρόν (ευγενικό)
行き違います
Άρνηση (απλή)
行き違わない
Άρνηση (ευγενική)
行き違いません
Παρελθόν (απλό)
行き違った
Παρελθόν (ευγενικό)
行き違いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行き違わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行き違いませんでした
Τε-μορφή
行き違って
Δυνητική
行き違える
Προστακτική
行き違え
Βουλητική
行き違おう
Υποθετική (ば)
行き違えば