行けない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 κακός, εσφαλμένος, άτακτος
- 02 απαγορεύεται, δεν πρέπει, δεν επιτρέπεται
- 03 άχρηστος, ακατάλληλος, κακός
- 04 απελπισμένος, χωρίς ελπίδα
- 05 ατυχής, κρίμα
- 06 ανίκανος να πιει αλκοόλ
- 07 για να μην, μήπως και, προς αποφυγή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 行けない
- Παρόν (ευγενικό)
- 行けないです
- Άρνηση (απλή)
- 行けなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 行けなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 行けなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 行けなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 行けなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 行けなくなかったです
- Τε-μορφή
- 行けなくて
- Υποθετική (ば)
- 行けなければ
- Υποθετική (たら)
- 行けなかったら