ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι καλός σε κάτι, πηγαίνω καλά
  2. 02 φαίνομαι ελκυστικός (για γεύση, κλπ.)
  3. 03 αντέχω στο ποτό, έχω αντοχή στο αλκοόλ

Κλίση

Παρόν (απλό)
行ける
Παρόν (ευγενικό)
行けます
Άρνηση (απλή)
行けない
Άρνηση (ευγενική)
行けません
Παρελθόν (απλό)
行けた
Παρελθόν (ευγενικό)
行けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行けませんでした
Τε-μορφή
行けて
Δυνητική
行けられる
Προστακτική
行けろ
Βουλητική
行けよう
Υποθετική (ば)
行ければ