こうりょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταξίδι, περιοδεία
  2. 02 ταξιδιώτης, οδοιπόρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
行旅する
Παρόν (ευγενικό)
行旅します
Άρνηση (απλή)
行旅しない
Άρνηση (ευγενική)
行旅しません
Παρελθόν (απλό)
行旅した
Παρελθόν (ευγενικό)
行旅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行旅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行旅しませんでした
Τε-μορφή
行旅して
Δυνητική
行旅できる
Προστακτική
行旅しろ
Βουλητική
行旅しよう
Υποθετική (ば)
行旅すれば