ぎょうずい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λούσιμο σε σκάφη, πλύσιμο του σώματος σε σκάφη
  2. 02 καθαρισμός του σώματος για θρησκευτικό εξαγνισμό, ιερός καθαρμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
行水する
Παρόν (ευγενικό)
行水します
Άρνηση (απλή)
行水しない
Άρνηση (ευγενική)
行水しません
Παρελθόν (απλό)
行水した
Παρελθόν (ευγενικό)
行水しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行水しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行水しませんでした
Τε-μορφή
行水して
Δυνητική
行水できる
Προστακτική
行水しろ
Βουλητική
行水しよう
Υποθετική (ば)
行水すれば