ぎょうかんめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μειώνω το διάστημα μεταξύ των γραμμών (σε μια σελίδα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
行間を詰める
Παρόν (ευγενικό)
行間を詰めます
Άρνηση (απλή)
行間を詰めない
Άρνηση (ευγενική)
行間を詰めません
Παρελθόν (απλό)
行間を詰めた
Παρελθόν (ευγενικό)
行間を詰めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
行間を詰めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
行間を詰めませんでした
Τε-μορφή
行間を詰めて
Δυνητική
行間を詰められる
Προστακτική
行間を詰めろ
Βουλητική
行間を詰めよう
Υποθετική (ば)
行間を詰めれば