ころも

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εποχιακή αλλαγή ρουχισμού, αλλαγή ενδυμασίας ανάλογα με την εποχή
  2. 02 ανακαίνιση, ριζική ανανέωση, επανασχεδιασμός, αναδιακόσμηση, νέα εμφάνιση, φρέσκια όψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
衣替えする
Παρόν (ευγενικό)
衣替えします
Άρνηση (απλή)
衣替えしない
Άρνηση (ευγενική)
衣替えしません
Παρελθόν (απλό)
衣替えした
Παρελθόν (ευγενικό)
衣替えしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
衣替えしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
衣替えしませんでした
Τε-μορφή
衣替えして
Δυνητική
衣替えできる
Προστακτική
衣替えしろ
Βουλητική
衣替えしよう
Υποθετική (ば)
衣替えすれば