おもてあそ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παίζω έξω (σε εξωτερικό χώρο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
表で遊ぶ
Παρόν (ευγενικό)
表で遊びます
Άρνηση (απλή)
表で遊ばない
Άρνηση (ευγενική)
表で遊びません
Παρελθόν (απλό)
表で遊んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
表で遊びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
表で遊ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
表で遊びませんでした
Τε-μορφή
表で遊んで
Δυνητική
表で遊べる
Προστακτική
表で遊べ
Βουλητική
表で遊ぼう
Υποθετική (ば)
表で遊べば