おもて

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δημοσιοποιούμαι, γίνομαι γνωστός, έρχομαι στο φως
  2. 02 γίνομαι τυπικός, καθίσταμαι επίσημος

Κλίση

Παρόν (απλό)
表立つ
Παρόν (ευγενικό)
表立ちます
Άρνηση (απλή)
表立たない
Άρνηση (ευγενική)
表立ちません
Παρελθόν (απλό)
表立った
Παρελθόν (ευγενικό)
表立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
表立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
表立ちませんでした
Τε-μορφή
表立って
Δυνητική
表立てる
Προστακτική
表立て
Βουλητική
表立とう
Υποθετική (ば)
表立てば