ひょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύμβολο, έμβλημα, εικόνα
  2. 02 έκφραση, αναπαράσταση, σαφής διατύπωση (π.χ. αρετών κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
表章する
Παρόν (ευγενικό)
表章します
Άρνηση (απλή)
表章しない
Άρνηση (ευγενική)
表章しません
Παρελθόν (απλό)
表章した
Παρελθόν (ευγενικό)
表章しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
表章しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
表章しませんでした
Τε-μορφή
表章して
Δυνητική
表章できる
Προστακτική
表章しろ
Βουλητική
表章しよう
Υποθετική (ば)
表章すれば