表紙買い
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγοράζω ένα βιβλίο ή περιοδικό λόγω του εξωφύλλου του
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 表紙買いする
- Παρόν (ευγενικό)
- 表紙買いします
- Άρνηση (απλή)
- 表紙買いしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 表紙買いしません
- Παρελθόν (απλό)
- 表紙買いした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 表紙買いしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 表紙買いしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 表紙買いしませんでした
- Τε-μορφή
- 表紙買いして
- Δυνητική
- 表紙買いできる
- Προστακτική
- 表紙買いしろ
- Βουλητική
- 表紙買いしよう
- Υποθετική (ば)
- 表紙買いすれば
- Υποθετική (たら)
- 表紙買いしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 表紙買いしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 表紙買いするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 表紙買いしなさい
- Παθητική
- 表紙買いされる
- Αιτιατική
- 表紙買いさせる