衰おとろえる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξασθενώ, παρακμάζω, φθείρομαι, μειώνομαι, αποσυντίθεμαι, μαραίνομαι, μαραζώνω

Παραδείγματα

  • 力ちからが衰おとろえる。

    Η δύναμη εξασθενεί.

  • 年としを取とると、体力たいりょくが衰おとろえます。

    Όταν γερνάμε, η σωματική μας δύναμη μειώνεται.

  • 昔むかしは賑にぎやかだったこの町まちも、人口減少じんこうげんしょうとともに活気かっきが衰おとろえつつある。

    Αυτή η πόλη, που κάποτε ήταν τόσο ζωντανή, χάνει τη ζωντάνια της λόγω της μείωσης του πληθυσμού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
衰える
Παρόν (ευγενικό)
衰えます
Άρνηση (απλή)
衰えない
Άρνηση (ευγενική)
衰えません
Παρελθόν (απλό)
衰えた
Παρελθόν (ευγενικό)
衰えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
衰えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
衰えませんでした
Τε-μορφή
衰えて
Δυνητική
衰えられる
Προστακτική
衰えろ
Βουλητική
衰えよう
Υποθετική (ば)
衰えれば