かず

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό φοράω στο κεφάλι
  2. 02 δέχομαι ως δώρο ύφασμα ή ρούχα από τον άρχοντα ή τον κύριο μου, φορώ τέτοιο ύφασμα στον αριστερό ώμο
  3. 03 τραυματίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
被く
Παρόν (ευγενικό)
被きます
Άρνηση (απλή)
被かない
Άρνηση (ευγενική)
被きません
Παρελθόν (απλό)
被いた
Παρελθόν (ευγενικό)
被きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被きませんでした
Τε-μορφή
被いて
Δυνητική
被ける
Προστακτική
被け
Βουλητική
被こう
Υποθετική (ば)
被けば