被ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχαϊκό τοποθετώ καπέλο ή άλλο κάλυμμα στο κεφάλι κάποιου
- 02 δωρίζω ρούχα σε κάποιον ως ανταμοιβή ή ενθύμιο
- 03 μεταθέτω την ευθύνη ή το βάρος του φταίξιμου σε κάποιον άλλον
- 04 χρησιμοποιώ κάτι ως πρόφαση ή δικαιολογία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 被ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 被けます
- Άρνηση (απλή)
- 被けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 被けません
- Παρελθόν (απλό)
- 被けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 被けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 被けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 被けませんでした
- Τε-μορφή
- 被けて
- Δυνητική
- 被けられる
- Προστακτική
- 被けろ
- Βουλητική
- 被けよう
- Υποθετική (ば)
- 被ければ
- Υποθετική (たら)
- 被けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 被けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 被けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 被けなさい
- Παθητική
- 被けられる
- Αιτιατική
- 被けさせる