かぶさる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κρέμομαι από πάνω, καλύπτω, κείμαι πάνω από κάτι, επικαλύπτω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πέφτω στους ώμους κάποιου, γίνομαι ευθύνη κάποιου, γίνομαι βάρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
被さる
Παρόν (ευγενικό)
被さります
Άρνηση (απλή)
被さらない
Άρνηση (ευγενική)
被さりません
Παρελθόν (απλό)
被さった
Παρελθόν (ευγενικό)
被さりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被さらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被さりませんでした
Τε-μορφή
被さって
Δυνητική
被される
Προστακτική
被され
Βουλητική
被さろう
Υποθετική (ば)
被されば