かぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτω (με κάτι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
被す
Παρόν (ευγενικό)
被します
Άρνηση (απλή)
被さない
Άρνηση (ευγενική)
被しません
Παρελθόν (απλό)
被した
Παρελθόν (ευγενικό)
被しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被しませんでした
Τε-μορφή
被して
Δυνητική
被せる
Προστακτική
被せ
Βουλητική
被そう
Υποθετική (ば)
被せば