かぶ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: こうむる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φοράω (στο κεφάλι), καλύπτω το κεφάλι μου
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καλύπτομαι (από σκόνη, χιόνι κ.λπ.), λούζομαι, καταβρέχομαι, δέχομαι νερά (για πλοίο)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επωμίζομαι (π.χ. χρέη, σφάλματα), αναλαμβάνω (ευθύνη), σηκώνω (βάρος)
  4. 04 επικαλύπτομαι (π.χ. ήχος ή χρώμα)
  5. 05 είμαι παρόμοιος, παρουσιάζω επικάλυψη (πλεονασμός)
  6. 06 φωτογραφίζομαι ακατάλληλα (λόγω υπερέκθεσης κ.λπ.)
  7. 07 κλείνω, φτάνω στο τέλος
  8. 08 γεμίζω, γίνομαι sold out
  9. 09 αρχαϊκό κάνω γκάφα, αποτυγχάνω
  10. 10 αρχαϊκό εξαπατώμαι

Παραδείγματα

  • 帽子ぼうしかぶ

    Φοράω καπέλο.

  • あめれないように、かさかぶのがい。

    Είναι καλό να κρατάς ομπρέλα για να μη βραχείς από τη βροχή.

  • 突然とつぜん指名しめいで、かれすべての責任せきにんかぶ羽目はめになった。

    Λόγω του ξαφνικού διορισμού, κατέληξε να επωμιστεί όλη την ευθύνη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
被る
Παρόν (ευγενικό)
被ります
Άρνηση (απλή)
被らない
Άρνηση (ευγενική)
被りません
Παρελθόν (απλό)
被った
Παρελθόν (ευγενικό)
被りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被りませんでした
Τε-μορφή
被って
Δυνητική
被れる
Προστακτική
被れ
Βουλητική
被ろう
Υποθετική (ば)
被れば