がいしゃづら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υιοθέτηση ρόλου θύματος, υποκρισία θύματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
被害者面する
Παρόν (ευγενικό)
被害者面します
Άρνηση (απλή)
被害者面しない
Άρνηση (ευγενική)
被害者面しません
Παρελθόν (απλό)
被害者面した
Παρελθόν (ευγενικό)
被害者面しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被害者面しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被害者面しませんでした
Τε-μορφή
被害者面して
Δυνητική
被害者面できる
Προστακτική
被害者面しろ
Βουλητική
被害者面しよう
Υποθετική (ば)
被害者面すれば