さい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υφίσταμαι τις συνέπειες καταστροφής, πλήττομαι (από σεισμό, τυφώνα κ.λπ.), πέφτω θύμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
被災する
Παρόν (ευγενικό)
被災します
Άρνηση (απλή)
被災しない
Άρνηση (ευγενική)
被災しません
Παρελθόν (απλό)
被災した
Παρελθόν (ευγενικό)
被災しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
被災しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
被災しませんでした
Τε-μορφή
被災して
Δυνητική
被災できる
Προστακτική
被災しろ
Βουλητική
被災しよう
Υποθετική (ば)
被災すれば