さいだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κόψιμο (υφάσματος, χαρτιού κ.λπ.)
  2. 02 κρίση, απόφαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
裁断する
Παρόν (ευγενικό)
裁断します
Άρνηση (απλή)
裁断しない
Άρνηση (ευγενική)
裁断しません
Παρελθόν (απλό)
裁断した
Παρελθόν (ευγενικό)
裁断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
裁断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
裁断しませんでした
Τε-μορφή
裁断して
Δυνητική
裁断できる
Προστακτική
裁断しろ
Βουλητική
裁断しよう
Υποθετική (ば)
裁断すれば