うらごし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σίτα, κόσκινο (για τη διάλυση μαλακών στερεών σε πολτό)
  2. 02 πέρασμα τροφίμων από σίτα, πολτοποίηση με χρήση σίτας

Κλίση

Παρόν (απλό)
裏ごしする
Παρόν (ευγενικό)
裏ごしします
Άρνηση (απλή)
裏ごししない
Άρνηση (ευγενική)
裏ごししません
Παρελθόν (απλό)
裏ごしした
Παρελθόν (ευγενικό)
裏ごししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
裏ごししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
裏ごししませんでした
Τε-μορφή
裏ごしして
Δυνητική
裏ごしできる
Προστακτική
裏ごししろ
Βουλητική
裏ごししよう
Υποθετική (ば)
裏ごしすれば