うらをかく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός ξεγελάω, υπερτερώ σε πονηριά, αντιστρέφω το σχέδιο κάποιου, νικώ
  2. 02 διαπερνώ κάτι εντελώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
裏をかく
Παρόν (ευγενικό)
裏をかきます
Άρνηση (απλή)
裏をかかない
Άρνηση (ευγενική)
裏をかきません
Παρελθόν (απλό)
裏をかいた
Παρελθόν (ευγενικό)
裏をかきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
裏をかかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
裏をかきませんでした
Τε-μορφή
裏をかいて
Δυνητική
裏をかける
Προστακτική
裏をかけ
Βουλητική
裏をかこう
Υποθετική (ば)
裏をかけば